Δευτέρα, Μάρτιος 14, 2011

Αγία Νοσταλγία.*

Περνάμε από την Κ οδηγώντας προς το σπίτι, ακούω τον Γ που προπορεύεται με το αιώνιο παπί του, να μου φωνάζει:

Κοίτα πόσες βάρκες μείνανε.

Η Κ είναι το water (luna)park των παιδικών μου χρόνων. Μη φανταστείς πισίνες και νεροτσουλήθρες, ένα φυσικό λιμανάκι είναι, που τυχαίνει να βρίσκεται δυο λεπτά μακριά από το σπίτι των παππούδων μου και τα καλοκαίρια περνούσαμε με τα αδέλφια μου και τους φίλους τους, τη μισή μας μέρα εκεί και γυρίζαμε στο σπίτι περπατώντας ξυπόλητοι στην καυτή άσφαλτο, πεινασμένοι και παππουδιασμένοι, από τις ώρες που λυσσάγαμε στη θάλασσα. Ένας μόλος, μια μικρή παραλία με αμμουδιά και δεκάδες βάρκες αγκυροβολημένες αρόδου. Ήταν το μέρος που έμαθα να κολυμπάω, το θυμάμαι σαν να ‘ναι τώρα, είμαι τριών χρονών τόπλες (φυσικά) και μου κόβεται το ένα από τα πορτοκαλί μπρατσάκια που φοράω, βγάζω και το άλλο και μπαίνω ακάθεκτη στη θάλασσα συνεχίζοντας σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ευτυχία.

Ο μόλος ήταν η βάση για ψάρεμα, αλλά κυρίως για βουτιές, που πάντα τις έβρισκα απίστευτα διασκεδαστικές, άσε που ο παππούς ο Θ, επειδή ήμουν η πιο μικρή, μου έβγαζε τις μύτες απ’ τα αγκίστρια για να μην τρυπιέμαι, με αποτέλεσμα να ταΐζω απλά τα ψάρια με ζύμη από αλεύρι και φέτα, κάνοντας το ψάρεμα αρκετά βαρετό, αν και μια φορά θυμάμαι προς μεγάλη έκπληξη όλων και κόντρα σε όλες τις πιθανότητες κατάφερα να πιάσω μια κακομοίρα σαλιάρα

και αυτό ήταν το τέλος της καριέρας μου ως ψαρά, αφού ακόμα και σήμερα το σκέφτομαι και αηδιάζω…

Στην αμμουδιά φτιάχναμε με τον ξάδελφό μου τον Π «μπιφτέκια» και κυνηγιόμασταν για να τα πετάξουμε ο ένας στον άλλον, καταλήγοντας πάντα λασπωμένοι και πανευτυχείς να βουτάμε στη θάλασσα. Του Π μάλλον κάτι του έμεινε απ’ όλο αυτό, γιατί συνεχίζει και σήμερα να ζυμώνει, όχι αμμομπίφτεκα, αλλά ψωμιά και να τα πουλάει στον φούρνο που βρίσκεται πάνω από την Κ, ο οποίος πάντα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην περιοχή, αφού όταν σε κάποια από τις ανακαινίσεις του, πριν ακόμα γεννηθώ (μιλάμε πριν την ποτοαπαγόρευση…) έβγαλαν τα τεράστια δοκάρια που είχε στο ταβάνι και τα ακούμπησαν σε μια μάντρα απέναντι, το μέρος έγινε γνωστό ως «το ξύλο» και ήταν σημείο συνάντησης, κατά τις απογευματινές/βραδινές ώρες, για όλη τη γειτονιά, βασικά περνούσες και έβλεπες τους παππούδες και τις γιαγιάδες καθισμένους με τις ώρες να σχολιάζουν τα πάντα, κάτι σαν σκηνή από τον Αστερίξ στην Κορσική.

Ακόμα και σήμερα, πολλές φορές, περνώντας την στροφή για την Κ, περιμένω να δω τον παππού τον Θ να κάθεται στο ξύλο, παρόλο που το έχουν αντικαταστήσει με παγκάκια και ο παππούς μου, από το ’93, έχει πεθάνει.

Μέσα στη θάλασσα γινόταν πάντα ο κακός χαμός, ο
αδελφός μου και η αδελφή μου με έπαιρναν καλούσα, ή με πετούσαν για να κάνω βουτιές, άλλες φορές με τάραζαν (ως πιο μικρή και πιο κοντή) σε αγαπησιάρικες πατητές (πράγμα που πλήρωσαν χρόνια αργότερα, αφού η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο και έκαναν το λάθος να με εμπιστευτούν να κάνω τα παιδιά τους μπάνιο στη θάλασσα χεχεχε) και μια φορά με θυμάμαι να βγαίνω στη στεριά με ένα μωρό χταπόδι στο κεφάλι. Η καλύτερη στιγμή της ημέρας ήταν η ώρα που έφτανε το πλοίο της γραμμής, γιατί καθώς η Κ βρίσκεται κοντά στο κεντρικό λιμάνι, τα κύματα που δημιουργούνταν ήταν τεράστια (ή τουλάχιστον έτσι μας φαίνονταν) και έσκαγαν με δύναμη στην ακτή. Οι πιο μεγάλοι βουτούσαν κόντρα, ή προσπαθούσαν να αναπαραστήσουν σκηνές με σέρφερ (καταραμένο Χαβάη 5-Ο… Παμε στη Χαβάη το όμορφο νησι, με τις Χαβανέζες όμορφες πολύ, έγινε ένας φόνος, φόνος τρομερός, βγαίνει ο Μαγκάρετ με το σώβρακοοοο…) με κάτι δανεικές σανίδες από Εγγλέζους τουρίστες, που είχαν κόλλημα με το windsurfing και όσο έκαναν διάλειμμα για καμια μπύρα, χάζευαν εμάς να παλεύουμε με τα κύματα, γυρνούσα σπίτι με την κοιλιά κατακόκκινη, όχι από τον ήλιο αλλά από το τρίψιμο σε σανίδες και βάρκες, γιατί όλες αυτές οι βάρκες που οι ψαράδες έδεναν στα ανοιχτά, για μας ήταν τόπος ξεκούρασης, εξερεύνησης και ένα ακόμα σημείο για βουτιές, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα καταφέρναμε να σκαρφαλώσουμε πάνω τους (που για ορισμένους από μας, ονόματα δε λέμε, πιο μικρούς και πιο κοντούς, δεν ήταν ό,τι πιο εύκολο).

Οι κακόμοιρες οι βάρκες στόμα να είχαν να μιλάγανε. Εργαλεία για τη δουλειά, αφού οι περισσότεροι άνθρωποι ψάρευαν για να βγάλουν το ψωμί τους, αλλά και μέσα μεταφοράς και αναψυχής, από την Άνοιξη και μετά, σε κάθε πανηγύρι, σε οποιοδήποτε ξωκλήσι οι παλιότεροι με τις βάρκες πήγαιναν.

Φόρτωναν όλη την οικογένεια, φαγητά, τσάντζαλα και μάντζαλα, πήγαιναν και άραζαν (κυριολεκτικά και μεταφορικά) για κανα δυο μέρες στην εξοχή και γλεντούσαν.

Τραγούδια, γέλια, χοροί, πειράγματα, τραπεζομάντηλα στρωμένα κάτω από τα πεύκα, κεφτεδάκια της γιαγιάς Μ, άρτος από τη λειτουργία, εξερεύνηση στα βραχάκια

της Α.Π, μια γλίστρα και μπλουμ η ΜαΣκού με το κόκκινο καλό φόρεμα μέσα στη θάλασσα, παρέα με τους αχινούς, αξέχαστες στιγμές.

Κοιτάω τη θάλασσα, οι βάρκες είναι πλέον ελάχιστες.

Τις πάνε αλλού; Ρωτάω τον Γ.

Άλλοι πήγαν αλλού, μου απαντά, κουνώντας χαρακτηριστικά το χέρι προς τα πάνω, προς τον ουρανό.

Bitch Girl

αρόδου, επίρρ. (ναυτ.) στα ανοιχτά συνήθως ενός όρμου ή ενός λιμανιού, μακριά από τη στεριά, συνήθως για καράβι που περιμένει να φορτώσει ή να ξεφορτώσει. Προέρχεται από τον αγγλικό όρο «roads» που σημαίνει, προκειμένου περί λιμένος, την έξω και πλησίον αυτού θαλάσσια περιοχή πρόσβασης, την «ράδα» του λιμένος. Στα αγγλικά το road σήμαινε ράδα από τον 14ο αιώνα, πριν αρχίσει να σημαίνει δρόμος 200 χρόνια αργότερα.

Οι φωτογραφίες είναι δανεικές, από το οικογενειακό άλμπουμ.

* Όχι δε μου αρέσει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου...


6 πήραν το φτυαράκι τους:

spacepuke είπε...

αν ειναι να τεμπελιαζεις απ το σιδερωμα για να γραφεις τετοια.. τοτε να φορας τα ρουχα τσαλακωμενα πλεον!

dancing gal είπε...

Τσαλακωμένα ρούχα δαγκωτό λέμε!!! Πολύ πολύ πολύ όμορφο :)
Με κάνατε και χαμογέλασα πλατιά, so thanks for sharing, i guess :D
Αφήστε που εμένα προσωπικά δε θα με πείραζε και να σας άρεσε ο Θ.Π. :p

Bitch Girl είπε...

@ space ε λοιπόν θα το πω... τόσο καιρό που δεν έγραφα σιδέρωνα :Ρ (tnx babe)
@ dancing gal έχω κολλήσει και ψάχνω ποιος είναι αυτός ο θ.Π που τον ξέρουμε και οι δύο και δεν είναι ο παππούς ο Θ ούτε ο ξάδελφος Π, γιατί όλα κι όλα μπορεί να μαι open minded αλλά με τις αιμομιξίες δεν το χω (:Ρ) και τελικά κατάλαβα... όχι ούτε ο Παντελής Θαλασσινός μου αρέσει χιχιχι (tnx babe)

DonnaBella είπε...

ax, auto me to swsivio, ki egw to idio, to evgala sta 4 ontas vatheia sth thalassa exw apo th Thaso, k meta vghka pros thn akth prospathwntas na to piasw na mh me doun pou to eixa vgalei giati den patwna, pou me eidan, ki efaga timwria ekeinh th mera (sterhsh apogeumatinou mpaniou), alla po thn epomenh kolympousa xwris! :-) k polles polles alles thalassines istories, gmt, apo twra ama arxoisw na skeftomai mpania k thalasses, paei, me katastrepsateeeee! ax kakourga eseis! :-) :-*

DonnaBella είπε...

k ftou ftou ftou, postakia apanwta, ftou skorda klp ! sas agapw! :-)

Bitch Girl είπε...

@ Μαρία Αλιφέρη (:Ρ χιχιχι :*) στέρηση απογευματινού μπάνιου... ΠΙΚΡΑΑΑΑ, τότε τα μετράγαμε διπλά, κλασσική ατάκα: "εγώ έχω κάνει χ μπάνια και έχω φάει ν παγωτά, μεχρι τώρα!" :)
κοντοζυγώνουν κ τα μπάνια που θα πάει ;)