Νομίζω ότι το έχω ξαναπεί (αλλά δε βαριέσαι…) λίγα είναι τα άτομα που θα έπαιρνα μαζί μου οπουδήποτε χωρίς δεύτερη σκέψη (4-5). Aποφεύγω να πηγαίνω σε συναυλίες με άσχετους, όπου άσχετος: κάποιος που δε γνωρίζω, κάποιος που δε γνωρίζω καλά και δεν έχω διάθεση να μάθω περισσότερο, κάποιος που δε γνωρίζει τι πάμε να δούμε και τι τον περιμένει εκεί γενικότερα. Επίσης δεν έχω πάει ποτέ σε λάιβ για χατίρι κάποιου άλλου (x πιπινιού π.χ.). Ακόμα ποτέ δεν πάω να δω ένα συγκρότημα φορώντας t-shirt από συναυλία κάποιου άλλου (για να μην προσβληθεί ο καλλιτέχνης όταν το δει καταλαβαίνεις…).
Εχτές λοιπόν παραβίασα τα περισσότερα από τα παραπάνω, το σωσα στο παρατσάκ φορώντας κάτι μαύρο (και κλασσικό) που ταιριάζει με ό,τι και να πας να δεις. Η (ψιλο)άσχετη στη συγκεκριμένη περίπτωση ήμουν εγώ, που ναι μεν ήξερα τους Linkin Park, αλλά δεν περίμενα ότι θα τους έβλεπα ποτέ συντροφιά με καμιά 10.000 δεκαπεντάχρονα και ας πούμε 2000 γονείς και κάτι αμετανόητους ροκάδες (αν στην τελευταία συναυλία που πήγα πέρσι το μοτο ήταν σκασετομπαλόνι, σε αυτήν εδώ θα μπορούσε να είναι σκασετομπιμπίκι…) και θα περνούσα και καλά, αλλά στη μέση υπήρχε ο αστάθμητος παράγοντας x2, με άλλα λόγια δυο πιπίνια στα οποία δε λέω εύκολα όχι.
Όταν πήγαινα σχολείο είχε γίνει μια συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας με την οποία είχα φάει σκάλωμα (έγραφα την ημερομηνία της εκδήλωσης και τους συμμετέχοντες στο θρανίο –με εξαίρεση τον Νταλάρα εννοείται- και άλλα τέτοια ρομαντικά, τότε κοβόμουν ακόμα με την καρδιά ενός μαρουλιού, ψάρι εντελώς…) αλλά επειδή ήμουν μικρή, ήταν καθημερινή, επί ποτοαπαγόρευσης οι μετακινήσεις ήταν πιο δύσκολες, ντρεπόμουν να το ζητήσω και κάμποσοι ακόμα λόγοι, βάλ’ τους με όποια σειρά θες, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, δεν πήγα, πήγε όμως ο αδελφός μου ο οποίος έμενε τότε Πειραιά και γυρίζοντας μετά από μερικές μέρες στο νησί μου περιέγραφε πως πέρασε και στο τέλος με ρώτησε «γιατί δεν ήρθες;» μου ’ρθε: να τον σκοτώσω, εγκεφαλικό, ο ουρανός ταψί και τ’ άστρα μπακλαβάδες, βάλ’ τα με όποια σειρά θες το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, ΔΕΝ ΠΗΓΑ.
Οι πρώτοι που σκέφτηκα όταν άκουσα ότι θα έρθουν οι Linkin Park στην Ελλάδα ήταν ο Α και ο Δ (το x2 που λέγαμε…) και το δεύτερο η χαμένη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας. Άσχετα πράγματα μεταξύ τους θα μου πεις και θα μπορούσες να έχεις και δίκιο, αν ο Α και ο Δ ήταν δυο οποιαδήποτε πιπίνια, τυχαίνει να είναι όμως ανίψια μου και ένθερμοι φαν του συγκροτήματος, οπότε ενθυμούμενη το παιδικό ψυχικό μου τραύμα είπα ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη, όταν με ρώτησαν αν μπορούμε να πάμε στη Μαλακάσα.
Θα έλεγα όμως ναι αν ήξερα ότι αντί για τη θαλασσίτσα και τα ωραία πολύωρα μπανάκια του διήμερου ρεπό στο νησάκι, θα βρισκόμουν εν μέσω καύσωνα, πυρκαγιών και trendemo ή wtf δεκαπεντάχρονων σε ένα ξέφωτο στην Αττική; Φυσικά, γιατί πέρασα ανέλπιστα καλά. Πέρα από το γέλιο που έριξα σχολιάζοντας τα δρώμενα (όπως τη φρίκη που είχαν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους οι γονείς που περίμεναν τα βλαστάρια τους στο τέλος της συναυλίας) με δύο από τα 4-5 (ενήλικα) άτομα που έλεγα παραπάνω ότι θα έπαιρνα μαζί μου οπουδήποτε, η σκηνική παρουσία του συγκροτήματος ήταν φοβερή (ο ντράμερ και ο κιθαρίστας όλα τα λεφτά…), γεμάτη ενέργεια, ωραίο θόρυβο και κέφι, τα πιτσιρίκια από κάτω ήξεραν τα τραγούδια (και κάθε μέλος του συγκροτήματος μαζί με το γενεαλογικό του δέντρο, τον αριθμό ταυτότητας, πότε ήταν η τελευταία φορά που κουρεύτηκε και άλλα τέτοια…)γεμάτα αντοχές και όρεξη για χοροπήδημα, moshpit πωσκατατολενεαυτό εμείς κλωτσομπουνίδια το λέ(γα)με τέλος πάντων… που για μερικές στιγμές (ok σκουλήκι, δευτερόλεπτα…) σε έκαναν να νιώθεις και σένα δεκαπεντάχρονο ή εικοσικάτι τέλος πάντων, όπως τότε που άκουγες- και χτυπιόσουν- με αυτούς… δεν(καθολου)κακό.
Υ.Γ. δεν(καθολου)κακό επίσης που μια παρέα δεκατετράχρονα και δεκαεξάχρονα (συνομήλικα του x2) σου μιλούν στον πληθυντικό όταν σε γνωρίζουν χαμογελώντας με σεβασμό (εκτός από Φαρμακογλωσσο Bitch Girl, είμαι πλέον Η (Γηραια)Θεία Του Α Και Του Δ Που Αντέχει Στο Χοροπηδητό ή κάτι τέτοιο Ινδιάνικο…)
Η(Γηραια)Θεία Του Α Και Του Δ Που Αντέχει Στο Χοροπηδητό
