Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009

Asylum.

Φοράω για πρώτη φορά φέτος το δερμάτινο μπουφάν μου και βγαίνω απ’ το σπίτι. Μοσχοβολάω μαμά και μπαμπά, λογικό αφού το μπουφάν μου ήταν κρεμασμένο μέσα στην ξύλινη ντουλάπα (/χρονομηχανή/πρακτικό μάθημα γεωγραφίας) τους, θα μπορούσα άνετα να ζήσω μέσα εκεί ανάμεσα σε φιστικί 60’s ταγιέρ, Γιαπωνέζικα κιμονό, Ρώσικα γούνινα σκουφιά, Καναδέζικα δερμάτινα, Εγγλέζικα παλτά και να αναπνέω για πάντα τη μυρωδιά των μοσχοσάπουνων που με γυρίζει με ευκολία στην παιδική μου ηλικία.

Το χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί όταν πας σε μια συναυλία είναι να μπεις σε ταξί που μικρές και μεγάλες εικόνες αγίων έχουν γίνει μια αυτοσχέδια ταπετσαρία, το ραδιόφωνό του είναι κολλημένο σε εκκλησιαστικό σταθμό και για όλη τη διαδρομή ακούς κάποιον να κηρύττει μιλώντας αργάάάάά, ενώ έχεις κολλήσει στην κίνηση, ή τουλάχιστον αυτό συνέβη σε μένα (και στον κολλητό μου) και ήθελα να ανοίξω την πόρτα και να βγω να ουρλιάζω στη μέση της Ομόνοιας, αλλά δεν το έκανα, αντίθετα ακολούθησα την προτροπή του κύριου από το ραδιόφωνο και άρχισα να προσεύχομαι στην Παναγία να κάνει το θαύμα της και να φτάσουμε μια ώρα αρχήτερα στα Εξάρχεια.

Στο Αν Club δεν είχε τύχει να πάω ποτέ, είχα ακούσει βέβαια διάφορες ιστορίες για αγρίους (μεταφορικά και κυριολεκτικά) από τον Ζ, που και αυτή τη φορά δεν κατάφερε να μας ακολουθήσει και έτσι το τρίγωνο κατέληξε ευθεία (από ένα σημείο και μετά δε, ίσωμα… μη σου πω). Κατεβαίνω τα σκαλιά και αφού ξεπερνάω το πρώτο κλειστοφοβικό –άμα-πιάσει-μια φωτιά-θα- πεθάνουμε-σαν-τα ποντίκια- σοκ, κάθομαι στο πεζούλι και χαζεύω (το μαύρο) γύρω μου και τον κόσμο που μαζεύεται σιγά σιγά και στο τέλος (αφού παίξουν και οι Three Way Plane) τιγκάρει το μαγαζί, αλλά παραδόξως αυτό δε μου δημιουργεί καμια δυσφορία.

Οι Three Way Plane είναι αρκούντως βαβουριάριδες , κάποια στιγμή αφού μας λένε ότι θέλουν να κουρδίσουν τα όργανά τους, ακούω τον S να με ρωτάει αστειευόμενος «Γιατί θα αλλάξει κάτι;» και καταλαβαίνω ότι έχουμε βρει το ρυθμό μας.

Οι Senser βγαίνουν κατά τις έντεκα και και το σφυροκόπημα αρχίζει. Δυνατές κιθάρες, sample ξυράφια, ο θόρυβος που μ’ αρέσει κι η τραγουδίστρια με τον τραγουδιστή να φτύνουν λέξεις ασταμάτητα, παλεύοντας να μη πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο, στη μικρή σκηνή που απέχει μια τρίχα από το κοινό, που με τη σειρά του ανταποκρίνεται με ένταση, αλλά όχι τόση όση θα περίμενα, θέλω να πω ότι με τον κόσμο που είχε (μετά από πολύ καιρό είδα περισσότερα νορμάλ φρικιά –οξύμωρο; Όχι!- από ότι τρεντοαλτέρνατιβ -λατέναρτιβ- τύπους) θα μπορούσε να μην είχε μείνει κολυμπηθρόξυλο, αλλά ακόμα και έτσι υπήρχε μια ωραία αμφίδρομη ενέργεια μεταξύ του γκρουπ και των θεατών.

Χορεύω/ τραγουδάω … too sad to cry, too fucked up… /χαμογελάω. Happy Birthday, μου εύχεται το φάντασμα δίπλα μου. Happy Birthday, indeed σκέφτομαι, αφού αντέχουμε ακόμα, μια χαρά είμαστε (και δυο τρομάρες την επόμενη μέρα, αλλά ποιος νοιάζεται…).

Ο τραγουδιστής κάποια στιγμή σχολιάζει ότι θα ήταν γελοίο, λόγω του μεγέθους της σκηνής, να φύγουν και να ξαναγυρίσουν, οπότε θα παίξουν ό,τι είχαν σκοπό να παίξουν χωρίς διακοπή, αλλά να μην πούμε μετά ότι δεν έκαναν encore…μην τους κακολογήσουμε καταλαβαίνεις, λες και είχαμε τέτοια πρόθεση… ακριβώς το αντίθετο, συμβουλεύω όποιον θέλει να blow off some steam -πωςτολέτεσειςεδώγιατίξεχνάωπωςτολέμεμείςεκεί -να ξεδώσει βρε αδελφέ, να πάει κάποια στιγμή σε ένα live των Senser, χε.

Η συναυλία τελειώνει, είμαι μούσκεμα και οι γύρω μου το ίδιο, αλλά παρ’ όλο που και ο χώρος είναι μικρός, όλοι μυρίζουν ωραία… ποιος ξέρει; μπορεί και τα υπόλοιπα φρικιά να φυλάνε τα δερμάτινα μπουφάν τους, στις ντουλάπες των γονιών τους…

Bitch Girl

Σάββατο, Οκτώβριος 24, 2009

Μπότες, σπιρούνια και καυτές (των Srortster) σέλες...



Have fun, bro ;)

Τετάρτη, Οκτώβριος 21, 2009

Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη!

Πριν μερικές μέρες ήμουν στην Αθήνα και μετά από πάρα πολύ καιρό ξεφύλλιζα το Αθηνόραμα (το οποίο άσχετα από το που έμενα, για πολλά χρόνια συνήθιζα να το διαβάζω κάθε εβδομάδα, πρέπει να σταμάτησα να το αγοράζω λίγο πριν πεθάνει ο Μπάμπης Ακτσόγλου, που έκανε την κριτική των ταινιών). Διάβασα μια συνέντευξη του Γιάννη Πετρίδη με αφορμή το Once in a lifetime και κόλλησα στη ατάκα του «Ακούω μουσική σαν 18άρης» η οποία έγινε η αφετηρία για μια μακρά συζήτηση με τον κολλητό μου σχετικά με τη μουσική, την απομυθοποίηση ανθρώπων και καταστάσεων (συγκροτημάτων, εταιριών, τρόπου προώθησης) για τον ενθουσιασμό που έχεις όταν ακούς κάτι καινούριο στα 18 και για το πόσο υποψιασμένος είσαι μετά τα 30 και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ζηλεύω τον κύριο Πετρίδη για την παραπάνω φράση.

Την προηγούμενη Τρίτη το βράδυ πάθαινα ένα μικρό εγκεφαλικό παρακολουθώντας στο πέμπτο επεισόδιο της τρίτης σεζόν του Gossip Girl (σωστά διάβασες και ναι συμφωνούμε ότι το σήριαλ το ίδιο φτάνει από μόνο του για να πάθεις εγκεφαλικό, αλλά ας πούμε απλά ότι α) τουλάχιστον βλέπω τηλεόραση σαν 18χρονο, β) εσύ δεν έχεις guilty pleasures; και στην τελική τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα, να έβλεπα π.χ. Grey’s Anatomy ή αν θες να το κάνω πιο hardcore Παπακαλιάτη… τώρα που το ξανασκέφτομαι είναι σαν να βλέπω preview από Παπακαλιάτη, γιατί δεν μπορεί κάτι θα αντιγράψει και από αυτό, εδώ είχε πάρει βραβείο καλύτερου πρωτοτύπου σεναρίου κλέβοντας ολόκληρες σκηνές από το Friends, μαζί με τους διαλόγους…) την Kim Gordon να παντρεύει Rufus -τον πιο ξενέρωτο εναλλακτικό πατέρα σε teen σειρά όλων των εποχών, μόνο και μόνο το όνομά του… Ρούφους, που πάει με τέτοιο όνομα ο άνθρωπος;- και μετά να παίζει με το υπόλοιπο συγκρότημα στη δεξίωση, το Starpower. Θα μου πεις τί κάνεις ποστ μια βδομάδα μετά και θα χεις και δίκιο, αλλά ήθελα να βάλω συνοδευτικά και οπτικό υλικό (μπας και μοιραστώ τον πόνο μου… και το εγκεφαλικό με κανέναν άνθρωπο που να καταλαβαίνει) το οποίο βρήκα μόλις χτες.




Το καλοκαίρι ξαπλωμένη στους Α.Α (βλ προηγούμενο ποστ) διάβαζα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο μουσικό μηνιαίο ένθετο του Observer (τώρα πριν φανταστείς ότι θέλω να το παίξω κάπως, άσε με να πω πρώτα για μια ακόμα φορά ότι όταν έχω κέφι διαβάζω ό,τι βρεθεί μπροστά μου, ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο, ήταν μάλλον Αύγουστος και το περιοδικό είχε κυκλοφορήσει από τον περασμένο Φλεβάρη και μου το είχε αφήσει όταν είχε φύγει ο Ι, κατά την γνωστή του πια συνήθεια (οι δουλειές αλλάζουν, οι τουρίστες και τα περιοδικά τους μένουν) που ξεκινούσε με την ερώτηση: Πως γίνεται και συγκροτήματα όπως οι Gossip οφείλουν την επιτυχία τους στο ευρύτερο κοινό σε teen δράματα, όπως το Skins; ( και γω που νόμιζα ότι εκείνο το εξωφυλλάκι της Beth πριν λίγα χρόνια στο NME ήταν αρκετό… αυτό το Skins παραδόξως δεν το έχω δει… για να μη λες.) και συνέχιζε με κάμποσες σελίδες ανάλυση για το πώς πλέον τα soundtracks των σειρών έχουν γίνει ολόκληρη επιστήμη και για το πώς οι εταιρίες και οι manager των καλλιτεχνών που θέλουν να σπρώξουν το προϊόν τους, μπαίνουν στο παιχνίδι και προσπαθούν να βάζουν όσο πιο πολλά τραγούδια μπορούν στα πιο επιτυχημένα νεανικά σήριαλ, για να φτάσουν στα αυτιά -και στα πορτοφόλια- ενός ευρύτερου κοινού. Καλά όλα αυτά, κατανοητά και μέσα στα πλαίσια της απομυθοποίησης και όλων αυτών που έγραφα και πιο πάνω, αλλά πώς να το κάνουμε, αλλιώς είναι να ακούς ένα τραγούδι των Kills όταν χαμουρεύονται οι x ήρωες της x σειράς κι άλλιώς να βλέπεις την Kim να παντρεύει τον Ρούφους, έλεος υπάρχουν και όρια, η Kim ρε φίλε, που την βλέπαμε στη Φρεατίδα να παίζει μπάσο με το τακούνι του παπουτσιού της , η Κim που για χάρη της μετά από αυτό μέχρι και ο Α, που δεν πήγαινε ποτέ του σε συναυλίες, τραβιότανε για να ξαναδεί τους Sonic Youth στο Ρόδον, εντάξει είναι επίσημο πια, φτάνει σιγά σιγά το τέλος του κόσμου.

Ξαναδιαβάζοντας το τέλος της παραπάνω παραγράφου, αντί να φρικάρω περισσότερο, ενθουσιάστηκα. Τελικά ακούω και γω ακόμα μουσική σαν 18χρονο –ίσως όχι ακριβώς όπως το εννοούσε ο Γιάννης Πετρίδης- συνεχίζω να διατηρώ το βίτσιο της ανώριμης ακροάτριας που θέλει συγκεκριμένα πράγματα να αρέσουν μόνο σε αυτήν και τους φίλους της και όχι στον κόσμο όλο, για να παραφράσω λίγο και τον Morrissey, we hate it when our favorite bands become successful, θα ξεχάσω πώς μου τούμπαρε το μάτι την πρώτη φορά που άκουσα το «Λιωμένο Παγωτό» σε club και είδα την τύπισσα που μέχρι πριν χόρευε τσιφτετέλι να τραγουδά με το χέρι ψηλά (στην ίδια σχεδόν στάση) «κι όμως είμαι ακόμα εδώ»;

Αχ! ησύχασα τώρα πάω να δω το επόμενο επεισόδιο, πού ξέρεις μπορεί σε αυτό να κάνει cameo ο Iggy βαφτίζοντας κανα νόθο παιδί του Chuck Bass (κατά κόσμον Ed Westwick και μοναδικού ίσως λόγου για να παρακολουθεί κανείς αυτό το χαζοβιόλικο teen drama).

Bitch Girl

Υ.Γ Καθώς έψαχνα το Wiki για να βάλω το link της Kim, είδα ότι το τέλος του κόσμου είχε αρχίσει να έρχεται μερικά χρόνια νωρίτερα , όταν μαζί με τον Thurston Moore και την κόρη τους έπαιξαν σε ένα επεισόδιο του Gilmore Girls κάνοντας τους τροβαδούρους και τραγουδώντας το What a waste… ο τίτλος του τραγουδιού αν μη τι άλλο, ταιριαζε(ι) γάντι.

Δευτέρα, Οκτώβριος 19, 2009

I will thunder down everything *

Τελευταίο ραντεβού της σεζόν με το Γιαννάκη, πριν κανα δυο βδομάδες (μετά άρχισαν οι πολλές βροχές και κόπηκαν τα μπάνια). Πρέπει να μην τον είδα μόνο μια Κυριακή φέτος το καλοκαίρι (λόγοι ανωτέρας/κατωτέρας βίας) αλλά όλες τις υπόλοιπες βρισκόμασταν ανελλιπώς στους Α.Α, όχι δεν είμαστε αλκοολικοί (ο Γιαννάκης τουλάχιστον… εγώ ένα Α.Α είμαι σίγουρα, όπως έχω δηλώσει και παλιότερα, Ανώνυμη Ανορθόγραφη, για τα υπόλοιπα απλά δεν παραδέχομαι τίποτα) αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να αποκαλύψω το όνομα της παραλίας, που λειτούργησε σαν ηρεμιστήριο (σύνθετη λέξη από τα ηρεμιστικό και ερημητήριο …για να μαθαίνεις) και βοήθησε με το παρά πάνω να τη βγάλω καθαρή φέτος το καλοκαίρι.


Στο δρόμο , βλέποντας παντού γύρω γύρω ροζ/μωβ/φούξια λουλουδάκια, θυμάμαι το βαφτιστήρι να μου ψιθυρίζει συνωμοτικά στο αυτί πριν λίγες μέρες «Φέτος είμαι στα Κυκλάμινα», Ο θ. μιλά για το πώς είναι ζωγραφισμένη η τάξη του νηπιαγωγείου και η νονά φυσικά συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του, γιατί ένα κόλλημα με τα κυκλάμινα το έχει.



Τα γουστάρω, είναι low profile, αλλά τσαμπουκαλεμένα αφού τα βρίσκεις να σκάνε μύτη και στα βράχια ακόμα.


Τραβώ μερικές φωτό και συνεχίζω για την παραλία, με το χέρι στο γκάζι και τα ακουστικά στα αυτιά, όπως πάντα.


Οι ξαπλώστρες έχουν μαζευτεί όλες, η παραλία φαίνεται πιο μεγάλη, ακόμα και ο Γιαννάκης δεν είναι στη θέση του. Θα βρεθούμε πάλι το Μάιο, ελπίζω.

...Ο Γιαννάκης, προφίλ, χε.

Bitch Girl

*Τίτλος άσχετος(;)

Δευτέρα, Αύγουστος 31, 2009

.

.5.

Δευτέρα, Ιούνιος 22, 2009

Cum on feel the noize.

Ο Μάης ήταν για διάφορους λόγους ο πιο δύσκολος μήνας που έχω περάσει μέχρι τώρα στη δουλειά, οπότε όταν ήρθε η ώρα να ξεκινήσω για το Eject Festival το έκανα αν όχι με βαριά καρδιά με βαριά πόδια σίγουρα ναι (note to self: δεν ξέρω αν η τελευταία πρόταση στέκει συντακτικά answer to self: είναι πολύ πρωί για να ενδιαφερθώ).

Η συνάντηση πριν τη συναυλία με γυρίζει χρόνια πίσω στην εποχή που ξεκίνησα το σπορ, με τον ίδιο συνένοχο, θα είμαστε και πάλι τα δυο μας αφού κανείς από τους υπόλοιπους δεν ακολούθησε αυτή τη φορά, θα ακολουθήσουν κι άλλα φλασμπακ αργότερα, αλλά ας μην προτρέχω.

Φτάνουμε σχετικά νωρίς με τον ήλιο ντάλα, αλλά ευτυχώς στο Ελληνικό φυσάει ένα σούπερ αεράκι που θα αποδειχτεί σωτήριο σε διάφορες στιγμές αργότερα μέσα στο στριμωξίδι, στους Pixies πχ και στο cock pit (όχι δεν εννοώ αυτό) αλλά για μια ακόμα φορά προτρέχω (note to self:μήπως τελικά να έγραφα αυτό το ποστ ανάποδα;)

Να εξηγούμαι από την αρχή και τις δύο μέρες πήγα στο Eject περιμένοντας να δω δύο συγκεκριμένα συγκροτήματα και αυτό ως ένα σημείο ήταν καλό, γιατί χωρίς να έχω πολλές απαιτήσεις από τα υπόλοιπα υπήρξαν μερικά που με εξέπληξαν ευχάριστα (και άλλα που με άφησαν αδιάφορη, αλλά μη τα θέλουμε κι όλα δικά μας).

Μου άρεσαν λοιπόν οι White Lies, παρόλο που πριν τους δω live ήμουν της άποψης όπου ακούς πολλά κεράσια… (notice to reader: βάλε όπου κεράσια Βρετανικό Τύπο) μια χαρά έπαιξαν.

Credits: στον drummer, φυσικά.

Η φωνή του τραγουδιστή των Starsailor είναι χαρακτηριστική και ακούγεται τόσο στο live όσο και στους δίσκους (cd, whatever) ίδια, πράγμα που μόνο σαν θετικό μπορώ να το πω σε μια εποχή που όλα διορθώνονται ψηφιακά. Η αλήθεια είναι ότι δεν τρελαίνομαι για το συγκεκριμένο γκρουπ, αλλά βρίσκω τον εαυτό μου να αναγνωρίζει (και να τραγουδά) αρκετά από τα κομμάτια, με λίγα λόγια περνάω καλά.

Credits: για τις διασκευες στο Can't Help Falling in Love και το Hot N Cold… χε.

Οι Editors έπαιξαν όσο βρώμικα έπρεπε, φαντάζομαι ότι θα τους ταίριαζε καλύτερα κλειστός χώρος και Χειμώνας, αλλά δε βαριέσαι. Δεν είμαι φαν, βρήκα τη φωνή του τραγουδιστή λίγο παρά πάνω ποζάτη από ότι θα μ’ άρεσε, αλλά ο ήχος τους ήταν καλός και η όλη παρουσία τους στη σκηνή δεμένη, ο S δίπλα μου περισσότερο ενθουσιασμένος έχει βρει το ρυθμό του, χορεύει και μουρμουρίζει στίχους. Έχει αρχίσει και μαζεύεται περισσότερος κόσμος και αυτό φυσικά έχει τα καλά και τα κακά του. Στα καλά βάζω ότι βρήκα το κοινό σαν σύνολο (και τις δύο μέρες του φεστιβάλ) «διαβασμένο» και ενθουσιώδες (πράγμα που πρέπει να έκανε εντύπωση και σε μερικά από τα συγκροτήματα, μη σου πω ότι ο τραγουδιστής τον Subways μόνο που δε συγκινήθηκε… χε) στα κακά βάζω πάλι τα υποσύνολα, όπως ό τύπος που όση ώρα έπαιζαν οι Editors δεν έβαλε γλώσσα μέσα μιλώντας σε μια γκόμενα (αφού την έχεις ψήσει ρε φίλε, βαλ’ τη τουλάχιστον μέσα στο στόμα της –τη γλώσσα σου-ή πήγαινε ραντεβού καλύτερα να φάτε μια πάστα, μην τρέχετε και πληρώνετε τζάμπα κατοστάρια σε συναυλίες) και έχοντας την ίδια πάντα ώρα τον αγκώνα του καρφωμένο στην πλάτη μου, όταν μου ζήτησε κάποια στιγμή να πάω δέκα εκατοστά πιο μπροστά του απάντησα φυσικά να πάει αν θέλει εκείνος δέκα εκατοστά πίσω, πράγμα που δεν τον ενθουσίασε ιδιαίτερα γιατί δεν είχε λέει χώρο, δεν ξέρω τι εντύπωση δίνω στους άλλους, αλλά η δυνατότητα να περνάω μέσα από τα σώματα των μπροστινών μου, για να δώσω χώρο στον έρωτα να ξετυλιχτεί πιο άνετα, δεν ανήκει στις ιδιότητες μου… δεν υπάρχουν και μαγικά φιστίκια για κάτι τέτοιο, καταλαβαίνεις…

Ευτυχώς μετά βγήκαν οι Pixies και βρέθηκα σε μέρη που έμενε όποιος άντεχε. Εντάξει να πω ότι ο λόγος που έκανα το ταξίδι ήταν αυτό το γκρουπ είναι περιττό. Να πω ότι έπαθα ζημιά και αυτό περιττό είναι αλλά παρ’ όλα αυτά το λέω. Οι Pixies είναι ένα από εκείνα τα γκρουπ που άκουσα με μικρή διαφορά φάσης, λόγω χρονικών συγκύριων και γουστάρα με τη μία γιατί έτσι, όπου γιατί έτσι βάλε: πανκ καταβολές, τραγούδια συνδεδεμένα με συγκεκριμένα άτομα και στιγμές (πραγματικές και φανταστικές) και μια ενέργεια ξεσηκωτική που λειτουργεί απ’ ό,τι φάνηκε ακόμα και όταν αυτοί που παίζουν βρίσκονται στα -άντα και όχι στο pick της καριέρας τους. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο φίλος μου, η Kim μπορεί να φαινόταν τώρα σαν θεία από το νησί (και μάλιστα μία συγκεκριμένη χε) αλλά με το μπάσο στο χέρι έκανε παπάδες (και κάτι μου λέει ότι αυτή τους έβλεπε κι όλας ,γιατί όλο κάτι κουλά μουρμούραγε για την Ακρόπολη, αλλά τι να πεις …rock stars χαμένα κορμιά…).Αγαπημένα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο και η ένταση στον ήχο -και στο κοινό- μεγάλωνε, κάπου εκεί θυμάται κι ο συνένοχος την παιδική του ηλικία, τότε που δε χωρούσε πουθενά και βρισκόμαστε σε χρόνο dt στο λάκκο με τα φίδια ή cock pit (ναι ok moshpit το λένε το ξέρω, αλλά το δικό μου όνομα είναι πιο περιγραφικό, καθώς συνήθως είναι γεμάτο με καυλωμένα αγοράκια… το πιάνεις το υπονοούμενο, αν και στην συγκεκριμένη συναυλία οι σαραντάρηδες είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, υποψιάζομαι ότι την επόμενη μέρα θα έτριβαν αρκετοί τη μέση τους με ένα ηλίθιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο) το ίδιο σκηνικό (αυτό ντε με την παιδική ηλικία κλπ) θα επαναληφτεί αργότερα, αυτή τη φορά στο δρόμο προς τα μπρος μου κόβουν τη φόρα μια αγκαλιά και οι χαρούμενες φωνές κάποιου γνώριμου προσώπου (προσώπου, γιατί με τα ονόματα έχω ένα θέμα και το χρυσόψαρο το ίδιο, οπότε ακολούθησαν συζητήσεις απείρου κάλους μετά τη συναυλία) χαιρετάω και συνεχίζω ακάθεκτη φτάνοντας πια σίγουρα όχι δέκα εκατοστά από τη σκηνή (χε) αλλά αρκετά κοντά στη θείτσα Κιμίτσα και τους φίλους της που πριονίζουν ακάθεκτοι. Στο In to the White νιώθω τον ήχο να με καταπίνει, μουδιάζω και χαμογελάω, γουστάρω θόρυβο λέμε… συν του ότι το χοροπηδητό, το ξελαρυγγιάσμα και τα χέρια που πονάνε από το χειροκρότημα είναι το τέλειο αντίδοτο ενάντια στη μιζέρια των προηγούμενων ημερών κι ας μην μπορούσα να πάρω τα πόδια μου μετά. Με χάλασε λιγάκι ότι το τέλος ήρθε σχετικά απότομα (χωρίς ούτε ένα encore) αλλά από την άλλη αυτό που είχα δει μου άφησε καλές εντυπώσεις και την ικανοποίηση ενός απωθημένου.

Credits: στον ήχο που με κατάπιε, ενώ σε γενικές γραμμές δεν τρώγομαι με τίποτα…

Ο απολογισμός της πρώτης μέρας του Eject λοιπόν ήταν σίγουρα θετικός, ακολούθησε ο γυρισμός στο σπίτι, που αποδείχτηκε περισσότερο δύσκολος από ό,τι περιμέναμε, λόγω απουσίας τραμ ή λεωφορείων, ένα που περνούσε γέμισε ασφυκτικά και ο οδηγός αφού διαπληκτίστηκε πρώτα με τους επιβάτες το παράτησε στη μέση του δρόμου, έγινα μάρτυρας αυτής της σκηνής καθώς και ενός τρακαρίσματος καθισμένη στο διαστάσεων δέκα εκατοστών (χεχε) πεζοδρόμιο (;) μη μπορώντας να κουνηθώ φωνάζοντας απλά «Πειραιά» στα ταξί που περνούσαν.

Μερικά ακόμα Credits 1ης μέρας: στις δυο ξανθιές τύπισσες που τραγουδούσαν και χόρευαν το Holiday in Cambodia, που έπαιζε αν δεν κάνω λάθος πριν βγουν οι Editors (μια από τις λίγες φορές που η μουσική στα ενδιάμεσα κενά σε συναυλία δεν ήταν αλλανταλλατηςπαρασκευήςτογαλα).
Στον Τhor, τον Θεό του Κεραυνού, που όπου και αν πήγαινα βρισκόταν μπροστά μου… ή πίσω μου.



Τη δεύτερη μέρα στην παρέα προστίθεται και τρίτο μέλος και παρ’ όλες τις γκρίνιες της προηγούμενης για πονεμένα πόδια, γεράματα και λοιπά χαρούμενα ξεκινάμε με καλή διάθεση για το Ελληνικό. Ο κόσμος είναι αισθητά λιγότερος και η μέρα (σε αντίθεση με την πρώτη) κατά πολύ εκτός προγράμματος.

Στην σκηνή βγαίνουν οι Subways, ο Γ εύστοχα παρατηρεί ότι το ταττού του, από τη μέση και πάνω, γυμνού πιτσιρικά τραγουδιστή είναι μελετημένα χτυπημένο πάνω από την κοιλιά του για να μην κρύβεται από την κιθάρα (rock stars…επιδειξίες, χαμένα κορμιά) πέρα από την πλάκα ήταν ένα γκαζιάρικο (η μπασίστρια/νευρωτικό ξωτικό και ο front man όργωσαν τη σκηνή) και αξιοπρεπές σετ που είχε ανταπόκριση απ’ το κοινό και γενικότερα μου άρεσε πολύ.

Credits: στον drummer και τον τραγουδιστή που κατέβηκαν στην αρένα αργότερα (πριν βγει ο Jarvis) και συζητούσαν χαλαρά με το κοινό.

Oι Klaxons παρόλο που παίζουν δυνατά δεν μου κάνουν καθόλου κλικ, αντίθετα με κάνουν να χασμουριέμαι (καλά μπορεί να μην έφταιγαν μόνο αυτοί) νομίζω ότι αυτό που με ενόχλησε περισσότερο ήταν τα χορωδιακά φωνητικά τους.

Credits: στον drummer, φορούσε το καλύτερο κοστούμι (και μετά γκρινιάζουν για τον Ρακιτζή στη Eurovision…)

Το να παίξουν οι Echo and the Bunnymen σε κλειστό χώρο, ήταν αν μη τι άλλο η λάθος κίνηση της ημέρας. Ο ήχος ήταν μπουκωμένος και δεν καταφέραμε να καθίσουμε μέσα παραπάνω από όσο κρατάνε δυο κομμάτια και ο ανεφοδιασμός σε ποτά και μπύρες . Κρίμα. Ο Γ πάντως κατάφερε να φτιάξει και να τραγουδήσει δυο τρεις εκδοχές του Killing Moon (η μία με sample από το Φεγγαράκι μου Λαμπρό) και ο S με τη σειρά του να το οπτικοποιήσει με τον τρόπο του, οπότε η ώρα περνά ευχάριστα με γέλια και χάζεμα του κόσμου που πηγαινοέρχεται από πάνω μας, καθώς έχουμε πιάσει πλάτη κάγκελο.

Credits: στις δύο τύπισσες με τα πιο έξυπνα ταττού στα πιο περίεργα σημεία, extra credits στη μία από τις δύο, της οποίας η κουπ μου φέρνει στο μυαλό πράγματα που αποφεύγω να θυμάμαι.

Ο Jarvis Cocker βγαίνει όπως και όλοι οι υπόλοιποι καθυστερημένος, ζητά συγγνώμη (γενικά μπορώ να χαρακτηρίσω το Εject το φεστιβάλ της ευγένειας, από μεριάς καλλιτεχνών, καθώς οι περισσότεροι και τις δύο μέρες ζητούσαν συγγνώμη για διάφορους λόγους, επειδή άργησαν δέκα χρόνια να έρθουν, επειδή άργησαν μισή, μία, μιάμιση ώρα να βγουν, επειδή κάτι μικροφώνιζε, γενικά βρε αδερφέ …) σκαρφαλώνει για άλλη μια φορά στα κάγκελα, έτσι για να φάω ένα ακόμη φλας από το παρελθόν και αρχίζει την παράστασή του. Θεατρικός, αστείος και μεγάλος μπαγάσας, γιατί καταφέρνει να κάνει ό,τι δεν είχε κάνει κανείς μέχρι τώρα σε live, να με συγκινήσει (καλά μπορεί να μην έφταιγε μόνο αυτός).

Ώσπου να βγουν οι Röyksopp, παρά λίγο να τον πάρω τον υπνάκο στο κάγκελο, να φανταστείς με ξύπνησε ένα παιδί από την απέναντι μεριά που μου φώναξε «ΜΗΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ» έβλεπα και τις δυο κονσόλες στη σκηνή και σκεφτόμουν ότι θα είναι πολύ μπλιμπλικάτο το σετ και κάπως μου καθόταν αυτό… και κάποια στιγμή βγαίνουν και μετά δεν ήθελα να τελειώσουν με τίποτα… αφού όταν τελείωσαν φώναξα με τη σειρά μου στο παιδί απέναντι «ΒΓΗΚΑΝ, ΜΕ ΞΥΠΝΗΣΑΝ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ;» (ή κάτι τέτοιο μέσες-άκρες). Επιβεβαιώθηκε και ο S που στο ξεκίνημα της μέρας μου έλεγε ότι θα μας φύγουν πάλι τα πόδια από το χορό. Η τραγουδίστρια τους, της οποίας το όνομα μου διαφεύγει δυστυχώς, είχε ωραία φωνή και κίνηση, ειδικά εκεί που έκανε την μπεκάτσα (just kidding, κάποιο άλλο πουλί τέλος πάντων) η μουσική ήταν τέλεια ο κόσμος παρ’ όλη την ξενέρα των καθυστερήσεων, θερμός για μια ακόμα φορά και το κέφι μεταδοτικό. Νομίζω ότι άντεχα να χορεύω τουλάχιστον μια ώρα ακόμα, αλλά δε μου κάναν την χάρη, ίσως κάποια άλλη φορά. Βγήκα από το χώρο της συναυλίας χοροπηδώντας στους ήχους των djs που έπαιζαν στο βάθος, ικανοποιημένη με το πόσο καλά, παρ’ όλη τη γκρίνια μου είχα περάσει τις δυο τελευταίες μέρες και εις άλλα με υγεία, εύχομαι.

Bitch Girl

Κυριακή, Μάϊος 17, 2009

This is not here.


Πολλές φορές λέω μεταξύ σοβαρού κι αστείου ότι ο μοναδικός λόγος που θα σπούδαζα αν ήμουν είκοσι χρονών, θα ήταν το Εrasmus, το κακό είναι ότι δεν είμαι είκοσι, το καλό είναι ότι έχω φίλους που είναι, το καλύτερο είναι ότι κάνουν Εrasmus και το άριστο είναι ότι έμεσα μπορώ να κάνω μαζί τους και γω, για μικρότερο χρονικό διάστημα βέβαια, αλλά χωρίς να χρειάζεται να παραδίδω εργασίες, να παρακολουθώ παραδόσεις και άλλα κουραστικά ακαδημαϊκά, κρατώντας μόνο τα καλά της φοιτητικής ζωής, το δικό μου Erasmus το λες και διακοπές άμα θες…

Το κακό είναι ότι πλέον όποτε είναι να ταξιδέψω με ακολουθούν όλα όσα κορόιδευα στους φίλους μου τόσα χρόνια, όπως για παράδειγμα η βροχή (έχω βάσιμες υποψίες πως για αυτήν και άλλες γκαντεμιές φταίει η νορμάλ δουλειά… καρατσεκαρισμένο) το καλό είναι ότι α) η Μπολόνια είναι μια πόλη γεμάτη στοές,



οπότε εύκολα γλιτώνεις τη βροχή β) ήμουν σε πολύ χαλαρό mode διακοπών (τόσο χαλαρό που ο απολογισμός ήταν ένα χαμένο τραίνο και ένα παρα τσακ χαμένο αεροπλάνο… να ‘ναι καλά η Α που καταφέρνει και βρίσκεται στα πιο περίεργα μέρη, εκεί που δεν το περιμένεις και σώζει καταστάσεις…)

Εκτός από πολλές στοές


η Μπολόνια έχει το πιο παλιό πανεπιστήμιο στην Ευρώπη (από το 1088, οι πολυάριθμοι –και σήμερα-φοιτητές δίνουν έναν γενικότερα «εναλλακτικό» αέρα στην πόλη) και ένα καλοδιατηρημένο ιστορικό κέντρο,





στη μέση του οποίου δεσπόζουν δύο πύργοι (των Assineli και των Garisenda).



Από ό,τι κατάλαβα αγαπημένη ασχολία των εύπορων Μπολονέζων στο μεσαίωνα ήταν να χτίζουν πύργους και να μετράνε ποιος έχει τον μακρύτερο (δεν υπήρχε ακόμα τηλεόραση… καταλαβαίνεις, αν και τώρα που το σκέφτομαι το σπορ ευδοκιμεί και σήμερα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, από την Νέα Υόρκη μέχρι την Κουάλα Λαμπούρ, τα φαλλικά σύμβολα δεν βγαίνουν ποτέ εκτός μόδας τελικά…) υπολογίζεται ότι στην πόλη υπήρχαν γύρω στους εκατόν ογδόντα.




Μπορείς να φτάσεις στην κορυφή του ενός (αφού πρώτα σου βγει η γλώσσα για να ανέβεις καμιά πεντακοσαριά στενά σκαλοπάτια και προλάβεις να σκεφτείς γύρω στις χίλιες φορές I’m too old for this shit* μία για κάθε σκαλοπάτι στο ανέβασμα και το κατέβασμα) και να καταλάβεις εύκολα έναν από τους λόγους που το παρατσούκλι της Μπολόνια είναι “La Rossa” (η κόκκινη)

βλέποντας τις σκεπές και τα κτήρια από ψηλά,



οι κάτοικοι ένα φετίχ με την τερακότα το είχαν (έχουν).



Η πόλη θεωρείται επίσης γαστριμαργική πρωτεύουσα της Ιταλίας,



οπότε αν μη τι άλλο θα φας καλά



(αρκεί να το αποφασίσεις νωρίς, γιατί μετά τις έντεκα δεν παίζει ούτε ντελίβερι… άστο τραυματική εμπειρία) και είναι σταυροδρόμι σιδηροδρομικών αξόνων, πράγμα που διευκολύνει τα ταξίδια σε κοντινές ή μη πόλεις.

Μπορείς για παράδειγμα να χάσεις το τραίνο για τη Βερόνα(είπαμε πολύ χαλαρό mode διακοπών) αλλά να πάρεις το επόμενο (το εισιτήριο ισχύει για κανα εξάρι ώρες) και μετά από λίγο να βρίσκεσαι να χαζεύεις


σπίτια με ζωγραφισμένους τοίχους,


Ρωμαϊκές αρένες, ποτάμια και αγάλματα ή να παίρνεις την επόμενη μέρα ένα άλλο τραίνο και μετά από λίγες ώρες να παθαίνεις αγοραφοβία στη Φλωρεντία, μη μπορώντας όχι απλά να μπεις σε ένα μουσείο (αφού οι ουρές σχηματίζουν δυο φορές το γύρω του τετραγώνου) αλλά ούτε να βγάλεις μια φωτογραφία της προκοπής στο Duomo, με αποτέλεσμα να στέφεσαι σε άλλα





(λιγότερο κλασσικά,


αλλά το ίδιο ενδιαφέροντα –για σένα-)


θέματα.

Γύρισα από την Ιταλία φυσικά περισσότερο κουρασμένη από ότι πήγα (το ότι ήμουν σε χαλαρό mode διακοπών δε σημαίνει ότι δεν ξεποδαριάστηκα) αλλά γεμάτη εικόνες, χαρούμενη (να φανταστείς παίζονταν στοιχήματα για το πόσο θα κρατήσει η κατάσταση, σκουλήκια σας κέρδισε η Α) και με αλλαγμένη διάθεση για πολλούς λόγους, ένας απ’ αυτούς είναι ότι ακολούθησα ένα έθιμο/κανόνα/ψυχαναγκασμό, που είναι να αγοράζω λίγο πριν φύγω ένα βιβλίο (αυτή τη φορά το «Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες» του D. Sedaris) και να το τελειώνω στη διάρκεια του ταξιδιού και έτσι ξανάρχισα επιτέλους να διαβάζω (τώρα θέλω να παραγγείλω τα άπαντα του Sedaris, αφού βρήκα το γράψιμό του όσο πρέπει πικρό και διασκεδαστικό ) και ένας άλλος λόγος είναι ότι δε νομίζω πως θα σταματήσω ποτέ να μαθαίνω πράγματα (για και) από τους φίλους μου, ακόμα και αν τους γνωρίζω από την εποχή που τους κουβαλούσε στην κοιλιά της η μάνα τους και αυτό στη λίστα μου είναι θετικό.

Καλά μας ταξίδια εύχομαι, με ή χωρίς Ευρωπαϊκά (διεθνή άραγε υπάρχουν; Μήπως να το ψάξουμε;) προγράμματα.

Bitch Girl

*Ατάκα που ενέπνευσε την Murtaugh list*, όπου Roger Murtaugh ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει Danny Glover στην ταινία Lethal Weapon, πενηντάρης (+ -) λίγο πριν την σύνταξη μπάτσος, γκρινιάρης που δεν αντέχει τις παλαβομάρες του συνάδελφου/συντρόφου του Martin Riggs (Mel Gibson) και ξεστομίζει κάθε λίγο και λιγάκι την παραπάνω φράση… αλλά παρ’ όλα αυτά τον ακολουθεί κάθε φορά.

*Murtaugh list τα πράγματα που υπόσχεσαι στον εαυτό σου να μην ξανακάνεις, επειδή μεγάλωσες και you are too old for this shit (…αλλά μάλλον παρ’ όλη την γκρίνια καταλήγεις στο τέλος να κάνεις.)